Φίλε επισκέπτη του ιστολογίου μου, καλώς ήρθες!
Είχα ένα ιστολόγιο από τον Ιούνιο 2007 στο pathfinder με διεύθυνση http://math-telos-agras.pblogs.gr/. Το pathfinder δεν ήταν μια παγκόσμια υπηρεσία φιλοξενίας ιστολογίων, όπως το blogspot, αλλά προερχόταν από την Ελλάδα και αυτό ήταν που με έκανε να συντηρώ εκεί το ιστολόγιό μου.
Από τις 10 Απριλίου 2018, η φιλοξενία ιστολογίων στο
pathfinder σταμάτησε κι έτσι –διαδικτυακός πρόσφυγας πια- αναγκάστηκα να αναζητήσω τη «στέγασή» μου στο blogspot, όπου είχα φτιάξει τον Φεβρουάριο 2008 ένα δοκιμαστικό ιστολόγιο που κρατούσα εν υπνώσει. Το ιστολόγιο στο οποίο αναφέρομαι βρίσκεται εδώ: https://agras1907.blogspot.gr/
Φιλοδοξώ σ' αυτές τις σελίδες να αναδημοσιεύσω προβληματισμούς και απόψεις που με βρίσκουν σύμφωνο ή έχω να διατυπώσω ενστάσεις. Δεσμεύομαι βεβαίως, να αναφέρω ΠΑΝΤΑ την πηγή. Βεβαίως, δεν θα λείπουν και αναρτήσεις με τις απόψεις, τις ιδέες και τους προβληματισμούς μου.

«Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του». (Σύνταγμα Άρ. 14 παρ. 1)

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

Ο ΜΕΣΣΗΝΙΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ: ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ!


Την παρούσα εργασία μού την απέστειλε ο συγγραφέας της, Αθ. Ι. Τερζάκης. Δημοσιεύτηκε στο Μεσσηνιακό Ημερολόγιο, Τόμος 2ος (2008), Εκδότης Χρ. Κ. Ρέππας




Αθανασίου Ι. Τερζάκη,
Οδοντιάτρου

 1.  Οι πρόγονοί του

             Συμπληρώθηκαν ήδη 100 χρόνια από τη θυσία του συμπατριώτη μας Μακεδονομάχου Καπετάν Άγρα. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουμε ότι το όνομα «Τέλλος Άγρας» ήταν πολεμικό ψευδώνυμο. Οι Μακεδονομάχοι όταν πήγαιναν, μυστικά βέβαια, στην τότε Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, έπαιρναν ένα ψευδώνυμο, ώστε να μη γνωρίζει κανείς ότι ήσαν Έλληνες στρατιωτικοί από την ελεύθερη Ελλάδα.
            Το πραγματικό του όνομα ήταν Σαράντος Ανδρέου Αγαπηνός. Σαράντο έλεγαν τον πατέρα της μητέρας του Ολυμπίας, που ήταν ο Σαράντος Μαλτσινιώτης από τη Λακωνία, αλλά διέμενε στο Ναύπλιο. Ο Σαράντος Αγαπηνός γεννήθηκε στα 1880 στο Ναύπλιο, επειδή ο καταγόμενος από τους Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας πατέρας του, Ανδρέας Αντωνίου Αγαπηνός υπηρετούσε εκεί ως εφέτης. Όταν γεννήθηκε, έγραψε αμέσως τον γιό του στα Μητρώα Αρρένων της ιδιαίτερης πατρίδας του, των Γαργαλιάνων. Το ίδιο έκανε και για τα δύο άλλα τέκνα του.
            Δυστυχώς, Μητρώα Αρρένων της εποχής εκείνης δεν σώζονται στο Δήμο Γαργαλιάνων. Αυτό δεν είναι πρωτοφανές. Απ' ό,τι γνωρίζω, σε πάρα πολλούς Δήμους και μάλιστα πολύ μεγαλύτερους, παλαιά αρχεία με Μητρώα Αρρένων δεν υπάρχουν πια. Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης και Ιστοριοδίφης των Γαργαλιάνων Σωτήριος Λυριτζής φρόντισε και διέσωσε ένα μέρος του Μητρώου Αρρένων του τότε Δήμου Πλαταμώδους (περιελάμβανε τους Γαργαλιάνους και τα χωριά Φλόκα, Πύργο, Λεύκη, Τραγάνα και Μάραθο). Ανάμεσα σε αυτά έχει διασωθεί και το Μητρώο Αρρένων των γεννηθέντων το 1880 όπου αναγράφεται δεύτερο, λόγω αλφαβητικής καταχώρησης, το όνομα  Αγαπηνός Τέλλος ή Σαράντος του Ανδρέου με α/α 103. Τον μικρό Σαράντο, τον φώναζαν Τέλλο (με δύο λ), ως υποκοριστικό του Σαράντος. Ο Σαράντος Αγαπηνός είχε δυο αδελφούς, τον Αντώνη (Τρίπολη 1877 - Σύρος Ιαν. 1923) και το Νίκο (Ναύπλιο 1890 - Beni Suef Αιγύπτου 1947).

Δυστυχώς, στο διασωθέν από τον Σωτήριο Λυριτζή Μητρώο Αρρένων του Δήμου Γαργαλιάνων, δεν βρέθηκε κάτι που ν' αφορά τη γέννηση των αδελφών τού Άγρα διότι αρχίζει από το 1879 και τελειώνει το 1888.
            Οι Αγαπηνοί των Γαργαλιάνων ήσαν ντόπιοι. Ο παππούς του καπετάν Άγρα, ο Αντώνιος Αγαπηνός, ήταν έφορος της επιμελητείας του Αγώνα του 1821. Ο αδελφός τού παππού του, ο Διονύσιος Αγαπηνός, ήταν οπλαρχηγός κατά την Επανάσταση. Επικεφαλής 100 Γαργαλιανιωτών έλαβε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων, όπως: στα Δερβενάκια, στην εκστρατεία των Αθηνών, στην μάχη που έγινε στην περιοχή των Παλαιών Πατρών και στην πολιορκία του Νιόκαστρου στην Πύλο. Τόσο ο παππούς τού καπετάν Άγρα, όσο και ο αδελφός τού παππού του, υπογράφουν ως δημογέροντες των Γαργαλιάνων σε πλήθος εγγράφων που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Ο προαναφερθείς Διον. Αγαπηνός ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ακόμη, το όνομα του Διον. Αγαπηνού το βρίσκουμε στα αρχεία της τσαρικής αστυνομίας ως συνδρομητή των Δεκεμβριστών, δηλ. των Ρώσων Επαναστατών του Δεκεμβρίου του 1825.
            Στο σημείο αυτό θα κάνω μνεία ενός προικοσυμφώνου του 19ου αιώνος, όπου φαίνεται καθαρά η Γαργαλιανιώτικη καταγωγή των Αγαπηνών. Το προικοσύμφωνο αυτό φυλάσσεται στο Υποθηκοφυλακείο Γαργαλιάνων, μαζί με άλλες 21 δικαιοπρακτικές πράξεις που αφορούν τους Αγαπηνούς και γίνεται γνωστό σήμερα χάρις στην αφειδώλευτη άδεια που μου έδωσε η Υποθηκοφύλακας Γαργαλιάνων κυρία Ιωάννα Παπαφέστα - Καλλίγερου, προκειμένου να ερευνήσω τα έγγραφα αυτά, την οποία και από τη θέση αυτή ευχαριστώ.
            Ο αδελφός τού παππού τού καπετάν Άγρα, ο Διονύσιος Αγαπηνός, είχε σύζυγο την Ζωή Παναγοπούλου. Η οικία τους, που ήταν δίπλα στην οικία του παππού του Άγρα, του Αντωνίου Αγαπηνού, στην κάτω Ρούγα των Γαργαλιάνων, όπως γράφει το προικοσύμφωνο (δηλαδή, 70 m νοτιοδυτικά του Ι. Ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου Γαργαλιάνων) έμενε μαζί τους η ανηψιά τους, Γιαννούλα Ιωάννου Διακουμοπούλου, την οποία πάντρεψαν με τον  Ιωάννη Προκοπίου Κριθαρά. Φαίνεται ότι ο Διονύσιος Αγαπηνός και η σύζυγός του δεν απέκτησαν τέκνα.
            Στο προικοσύμφωνο που συνετάγη το 1874, στον Γαργαλιανιώτη Συμβολαιογράφο Λάμπρο Λαμπρόπουλο, αναφέρεται ότι της δίνουν για προίκα την προαναφερθείσα οικία τους και 6 αγροτεμάχια τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Γαργαλιάνων. Μάλιστα, τα περισσότερα συνορεύουν με αντίστοιχα αγροτεμάχια του παππού του καπετάν Άγρα, του Αντωνίου Αγαπηνού.
            Στο τέλος του προικοσυμφώνου αναφέρεται ότι «όλα τα μνημονευθέντα ακίνητα αποκτήθηκαν από Πατρομητρική κληρονομιά του Διονυσίου Αγαπηνού». Αυτό σημαίνει ότι οι Αγαπηνοί ήταν Γαργαλιανιώτες τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα.
            Στο συγκρότημα των κατοικιών των Αγαπηνών υπήρχε και οχυρωματικός Πύργος. Ήταν ένας από τους 6 Πύργους που υπήρχαν την εποχή της επαναστάσεως του '21 στους Γαργαλιάνους. Ο Πύργος αυτός διατηρήθηκε ως τις αρχές του 1960, ενώ το συγκρότημα των κατοικιών γκρεμίστηκε από τους ιδιοκτήτες την Κυριακή των Βαΐων του 1984 και σήμερα είναι οικόπεδο. Οι άλλοι Πύργοι ήσαν : του Αλεξόπουλου, του Λούκα, του Νικολόπουλου, του Παπαχριστοφίλου και ο μοναδικός τούρκικος Πύργος του Μουλά, του Τούρκου δηλαδή ιεροδικαστή, το ισόγειο του οποίου διατηρήθηκε μέχρι το Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2002, 30 μέτρα περίπου Βόρεια του Μητροπολιτικού Ναού Γενεσίου της Θεοτόκου Γαργαλιάνων. Ήταν ένα κτίσμα με τοίχους που είχαν μεγάλη κλίση προς το έδαφος και είχαν πάχος άνω των δύο μέτρων.

2.  Στην πρωτοπορία του Μακεδονικού Αγώνα
            Ο μικρός Σαράντης Αγαπηνός έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Ναύπλιο. Εκεί πήγε σχολείο. Όταν τον ρωτούσαν : «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;», απαντούσε με σιγουριά : «Θα γίνω αξιωματικός και θα πάω στον πόλεμο». Σε ηλικία 10 ετών περίπου, χάνει τον πατέρα του από συγκοπή καρδιάς. Ήταν τότε εφέτης και υπηρετούσε στο Ναύπλιο. Ένας συγγενής του παίρνει την οικογένεια στην Αθήνα και ο μικρός Τέλλος με τους δύο αδελφούς του, τον Αντώνη και το Νίκο, συνεχίζει πλέον εκεί το σχολείο. Σε ηλικία μόλις 15 ετών τελειώνει το Γυμνάσιο και μπαίνει στη Σχολή Ευελπίδων. Όταν αποφοίτησε από την Σχολή Ευελπίδων, τον Ιούλιο του 1901, τοποθετήθηκε στη φρουρά Αθηνών, στο 7ο Σύνταγμα. Λίγους μήνες αργότερα ζήτησε από τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο να μετατεθεί στα σύνορα. Έκπληκτος ο Διάδοχος τον μετέθεσε τον Φεβρουάριο του 1902 στον ακριτικό τότε Τύρναβο, λέγοντάς του ότι πρώτη φορά του ζητά αξιωματικός την χάρη να τον στείλει στα σύνορα. Άλλοι του ζητούσαν να μείνουν στην Αθήνα για να κάνουν βόλτες στα καφενεία της οδού Πατησίων.
            Στο συνοριακό φυλάκιο που υπηρέτησε έγινε ήρωας αρκετών επεισοδίων με τους απέναντι Τούρκους. Σε μια περίπτωση μάλιστα, πήδησε τα σύνορα και μπήκε στο Τούρκικο φυλάκιο προκειμένου να φέρει πίσω ένα όπλο Γκρας που ανήκε στον Ελληνικό Στρατό και το κρατούσαν οι Τούρκοι από τον πόλεμο του 1897. Μετά το επεισόδιο αυτό, έλεγε στους παλαιότερους αξιωματικούς συναδέλφους του για τους Τούρκους : «Απορώ, βρε αδελφέ, πώς τέτοια ζώα σας εκυνήγησαν στον πόλεμο του 1897».
            Στη Μακεδονία πήγε εθελοντικά κατόπιν επανειλημμένων δικών του προσπαθειών, ενώ οι ανώτεροί του δεν του έδιναν άδεια, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Αναγκάστηκε να καταφύγει στη μεσολάβηση του φίλου του Μακεδονομάχου Υπολοχαγού Ν. Ρόκκα (καπετάν Κολιός). Τελικά τού έδωσαν την άδεια. Και μια νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1906, αυτός αρχηγός με καπετάνιο τον Γεώργιο Τηλιγάδη και δώδεκα ευζώνους Ρουμελιώτες φεύγουν με ιστιοφόρο από το Τσάγεζι (το σημερινό Στόμιο) της Λάρισας για τη Μακεδονία.
            Αποβιβάζονται στις εκβολές του Λουδία νύχτα, από το ιστιοφόρο. Με μύριες προφυλάξεις φθάνουν στη Νάουσα, που ήταν το κέντρο του αγώνα της περιοχής. Έδρα και ορμητήριό του θα έχει την Λίμνη των Γιαννιτσών. Ο Άγρας ανέλαβε να εκδιώξει τους Κομιτατζήδες από τον Βάλτο.
 
 Ο Τέλλος Άγρας με συντρόφους του, στη λίμνη των Γιαννιτσών  
Οι Βούλγαροι μετά την αποτυχία της Επανάστασης του Ίλιντεν το 1903, καταδιωκόμενοι από τα τουρκικά αποσπάσματα βρήκαν καταφύγιο στη λίμνη. Έτσι σιγά σιγά εκτόπισαν τους ντόπιους ψαράδες. Όλος ο γύρω κάμπος καταδυναστευόταν από τους κομιτατζήδες αυτούς, που την ημέρα έβγαιναν και τρομοκρατούσαν τα γύρω χωριά και το βράδυ τρύπωναν στις κρυφές και απόρθητες έως τότε καλύβες τους. Έτσι, σιγά σιγά αναγκάζονταν οι δυστυχείς αυτοί Έλληνες χωριάτες να δηλώνουν υποταγή στους αδίστακτους κομιτατζήδες, γιατί διαφορετικά αντιμετώπιζαν το δολοφονικό μαχαίρι, τη φωτιά και το δυναμίτη.
Μπροστά στην κατάσταση αυτή το Προξενείο μας στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε να δράσει μέσα στη λίμνη, στην ίδια τη φωλιά των Κομιτατζήδων. Ο Άγρας, λοιπόν, ανέλαβε να τους εκδιώξει από το Βάλτο. Προκαλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του, κατάφερε να καταλάβει την περίφημη Καλύβα των Βουλγάρων, γνωστή με το όνομα Κούγκα. Με την βοήθεια του ντόπιου σώματος τού καπετάν Γκόνου Γιώτα, πρόσβαλε το Ζερβοχώρι που ήταν το ορμητήριο των Κομιτατζήδων.
Στις 14 Νοεμβρίου του 1906 εξορμά για να καταλάβει την κεντρική Βουλγάρικη Καλύβα του Ζερβοχωρίου. Καθώς όμως δεν είχε επαρκή δύναμη για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στις γειτονικές βουλγάρικες καλύβες, βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Στην πεισματώδη σύγκρουση, οι απώλειες ήταν τρεις σύντροφοι του Άγρα νεκροί και τρεις τραυματίες, μεταξύ των οποίων ο υπαρχηγός του, Τηλιγάδης, καθώς και ο ίδιος ο Άγρας, ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό ώμο και στο δεξί χέρι. Οι νεκροί ήσαν ο Δημ. Μακρακιώτης από την Δωρίδα, ο Γεώργιος Θεμελής από την Καστοριά και ο Φώτης Τριζόπουλος από την Κουλακιά. Το Κέντρο του Αγώνα, τον καλεί να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να γιατρευθεί από τα τραύματά του. Με δική του ευθύνη παραμένει μόνο 4 ημέρες και κατόπιν επιστρέφει πίσω στο Βάλτο και στα παλληκάρια του. Στις φωτογραφίες που διασώθηκαν από την εποχή εκείνη, βλέπουμε τον Άγρα με τους συντρόφους του στο Βάλτο φορώντας γάντι στο δεξί χέρι γιατί του έλειπε η ονυχοφόρος φάλαγγα από το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού του. Αυτό το γάντι μαζί με το όπλο του, ένα μάνλιχερ, νεότατο τότε όπλο, και την ξιφολόγχη του τα έστειλαν στους συγγενείς του για ενθύμιο. Τα πήρε ο μικρός αδελφός του Νίκος που έζησε στο Benisuef της Αιγύπτου, ο οποίος και τα πέταξε στον ποταμό Νείλο όταν ο Νάσερ με δικτατορικό τρόπο εφάρμοσε ειδικά μέτρα για τους Έλληνες και τους άλλους ξένους της Αιγύπτου.
            Στο Βάλτο η υγεία του έχει βλαφθεί ανεπανόρθωτα. Τον Φεβρουάριο του 1907 το Κέντρο του Αγώνα της Θεσσαλονίκης τον στέλνει στην Νάουσα, απ' όπου θα συνεχίσει την οργανωτική δουλειά.
Ο Άγρας φθάνοντας στη Μακεδονία τον Οκτώβριο του 1906 ήλθε  σ' επαφή με τους ανθρώπους που το Προξενείο μας είχε επιφορτίσει να βοηθούν τους Μακεδονομάχους σε κάθε περιοχή. Έτσι και στη Νάουσα στην Επιτροπή Μακεδονικού Αγώνα συμμετείχε ένα εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας. Ήταν ο βιομήχανος Ζαφείριος Λόγγος.
Ο Ζαφείριος Λόγγος διατηρούσε μεγάλο εργοστάσιο νηματουργίας στη Νάουσα με την επωνυμία : «Νηματουργία Λόγγου Κύρτση και Τουρπάλη». Παλαιότερα στο εργοστάσιό του είχε εργασθεί ο Βάννης Ζλατάν, ο Βοεβόδας τού Βουλγαρικού Κομιτάτου, ο κύριος αντίπαλος του Άγρα στη Λίμνη των Γιαννιτσών. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Ζλατάν καταγόταν  από τη Γκολέσιανη το σημερινό χωριό Λευκάδια της Νάουσας και είχε πάει σε Ελληνικό σχολείο. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εργοδότη του Ζαφείριο Λόγγο, έβγαιναν μάλιστα μαζί για κυνήγι. Στη Νάουσα επίσης ο Άγρας γνωρίστηκε με τον Τώνη Μίγγα, έναν οικογενειάρχη από τον κύκλο των ανθρώπων τού Μακεδονικού Αγώνα. Ο Τώνης Μίγγας ήταν ράπτης γουνοποιός στο επάγγελμα. Ο Ζλατάν ήταν πελάτης του. και ο Τώνης Μίγγας του είχε ράψει μια γούνα.
Ο Ζλατάν λοιπόν, καθαιρεμένος από Βοεβόδας του Βάλτου από το Βουλγαρικό Κομιτάτο και νικημένος από τον Άγρα ζήτησε να συναντηθεί μαζί του. Τόσο ο Ζαφείριος Λόγγος όσο και ο Τώνης Μίγγας, είπαν στον Άγρα ότι τον γνώριζαν προσωπικά, αλλά και ότι θα έλθουν και αυτοί στη συνάντηση. Με τέτοιες εγγυήσεις, νομίζω ότι η στρατιωτική του τιμή, δεν επέτρεπε στον Άγρα να αμφιβάλλει για τη σιγουριά της συνάντησης. Ο σκοπός της συναντήσεως ήταν να έλθει ο Ζλατάν στην Αθήνα μαζί με τον Άγρα, προσχωρώντας έτσι στην πλευρά του ελληνισμού, πράγμα που είχε συμβεί παλαιότερα με πολλούς πρώην οπαδούς του βουλγαρικού κομιτάτου. Έτσι στη Νάουσα ερχόντουσαν απεσταλμένοι του Ζλατάν για να συζητήσουν. Οι συζητήσεις εγένοντο κυρίως νύχτα ή Σάββατο, την ημέρα του παζαριού, συνήθως στο σπίτι του Μίγγα. Μεταξύ των απεσταλμένων ήσαν δύο χωρικοί από το χωριό Μαρίνα, ο Μήτση Πέσιος και ο Γιώργης Γκότσης.

3.  Το αγωνιστικό του «πιστεύω»
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να εξετάσουμε κάποιες απόψεις, που είτε έχουν λεχθεί προφορικά σε ομιλίες και πανηγυρικούς, είτε έχουν δημοσιευθεί σε βιβλία που εξεδόθησαν τα είκοσι τελευταία χρόνια. Η μία άποψη θέλει τον καπετάν Άγρα ως Απόστολο της Βαλκανικής συνεννόησης. Λένε ότι ο καπετάν Άγρας είδε ότι οι αγώνες των Ελλήνων και των Βουλγάρων δεν κατέληγαν πουθενά και αποφάσισε να συναντήσει τους Βουλγάρους προκειμένου να συνεννοηθούν για κοινή εργασία κατά των Τούρκων. Άλλοι μάλιστα προχωρούν πιο πέρα και ονομάζουν τον Άγρα «ειρηνιστή αξιωματικό», «άγγελο της ειρήνης και της καταλλαγής».Του βάζουν στο στόμα φράσεις όπως : «Γιατί χριστιανοί με χριστιανούς ν' ακονίζουμε εναντίον αλλήλων τα μαχαίρια; Να λύσουμε με ειρήνη τις διαφορές μας και από κοινού να εκδιώξουμε τους Τούρκους». Ακόμη πριν από πέντε χρόνια σε ιστορικοφιλολογικό περιοδικό εγράφη από πρόσωπο του Πανεπιστημιακού χώρου, ότι ο Άγρας εμφορείτο από μια «αντιπολεμική ιδεολογία». Αυτά και άλλα παρόμοια βλέπουν το φως της δημοσιότητας, ιδίως τα τελευταία χρόνια, επειδή το να είναι κάποιος ειρηνιστής σήμερα, θεωρείται πιο σπουδαίο από το ν' αγωνίζεται για την Ελευθερία της Πατρίδας του. Για να εξετάσουμε όμως τι ακριβώς συνέβη με τον καπετάν Άγρα εκείνους τους κρίσιμους μήνες που τραυματισμένος και ανήμπορος να παραμείνει πλέον στο Βάλτο των Γιαννιτσών εγκαταστάθηκε στη Νάουσα, πρέπει να ανατρέξουμε στις  πηγές. Στην έρευνά μας αυτή , πηγές μας  ήσαν:
1.      Σύγχρονα με τη θυσία του καπετάν Άγρα δημοσιεύματα.
2.      Τι είπαν και τι έγραψαν για τη θυσία του, οι συναγωνιστές του Μακεδονομάχοι, καθώς και παλληκάρια από το δικό του πολεμικό σώμα.
3.      Τι προκύπτει από την έρευνα στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών.
Μία εβδομάδα μετά τον ηρωικό θάνατο του Άγρα, δηλαδή στις 14 Ιουνίου του 1907, η εφημερίδα «Εμπρός» των Αθηνών στη σελ. 2 έγραφε: «Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ. ΠΩΣ ΕΠΕΣΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΕΔΡΑΝ: Ελήφθησαν χθες ασφαλείς πληροφορίαι περί του τραγικού θανάτου του οπλαρχηγού Άγρα εν Μακεδονία. Ο Άγρας  είχεν επιτύχει την συνεννόησιν μετά του Βουλγάρου αρχηγού Ζλατάν  δείξαντος διαθέσεις όπως  εξυπηρετήσει  τον  Ελληνικόν  αγώνα.»
            Βλέπουμε λοιπόν ότι από  την πρώτη δημοσίευση που έγινε σχετικά με τον θάνατο του Άγρα αναφέρεται ότι ο λόγος της συνάντησης του Άγρα με τον Ζλατάν ήταν να   «εξυπηρετήσει τον Ελληνικόν αγώνα»  ο πρώην βοεβόδας τού Βάλτου.
            Στα 1908, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Άγρα κυκλοφόρησε το «Μακεδονικόν Ημερολόγιον 1908». Σ' αυτό, ο φίλος του Άγρα, Μακεδονομάχος και αυτός, ο Κων. Μαζαράκης - Αινιάν (καπετάν Ακρίτας) γράφει νεκρολογία με τίτλο «Καπετάν Άγρας». Εκεί αναφέρει ότι ο σκοπός του Άγρα ήταν «να γυρίσει με τους Έλληνες τους κομιτατζήδες» και «να παραδώσει εις την πίστιν (του Ελληνισμού) τα δηλητηριασμένα χωριά» όπως ονομάζει τα χωριά εκείνα των οποίων οι κάτοικοι είχαν παρασυρθεί από την Εξαρχική-Βουλγαρική προπαγάνδα.
            Το 1961 κυκλοφόρησε  από εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης ένα μικρό βιβλίο 60 σελίδων με τίτλο: «Περί αυθεντικής ιστορικής αληθείας δια τον θάνατον των Καπετάν Άγρα καί Αντωνίου Μίγγα». Συγγραφέας ήταν ο Ιωάννης Υψηλάντης, ταμίας και διαχειριστής του πολεμικού σώματος του καπετάν Άγρα. Ο Υψηλάντης λοιπόν, ο οποίος είχε λάβει μέρος σε όλες τις μάχες μαζί με τον Άγρα αναφέρει πως ο Βάννη Ζλατάν με τον οποίον επρόκειτο να συναντηθεί ο Άγρας  είχε παύσει με απόφαση των Βουλγάρων να είναι βοεβόδας της περιοχής του Βάλτου των Γιαννιτσών επειδή ο Άγρας τον είχε επανειλημμένα κατανικήσει.
Κατά  συνέπεια, δεν είχε καμμία δικαιοδοσία να κάνει συμφωνία ειρήνης με τον Άγρα.Ακόμη, ο Υψηλάντης γράφει ότι το Κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα είχε ήδη στείλει τον αντικαταστάτη του Άγρα από την Αθήνα , που ήταν ο Λοχαγός Νικ. Δουμπιώτης γνωστός με το πολεμικό όνομα καπετάν Αμύντας. Πράγματι, ο καπετάν Αμύντας έφτασε στη Νάουσα με 70 άνδρες στις 4 Ιουνίου του  1907, δηλ. την επομένη της αναχωρήσεως του Άγρα από την ίδια πόλη για να συναντήσει τον Ζλατάν.
            Στο βιβλίο του Θεοδ. Γρ. Κανελόπουλου «Καπετάν Άγρας» έχομε τη μαρτυρία ενός εκ των παλληκαριών τού αντάρτικού του Σώματος. Πρόκειται για τον Χρήστο Κάρτα από το χωριό Βλάδοβο το σημερινό χωριό Άγρας. Ο Χρ. Κάρτας λοιπόν μαρτυρεί σε συνέντευξή του στον Θεόδωρο  Κανελλόπουλο, πως ο Άγρας,  τους έλεγε πάντα για τους Βουλγάρους: «Χτυπάτε τους κερατάδες κατακέφαλα. Μην τους λυπάσθε».
            Ο Ανθυποπλοίαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας, Μακεδονομάχος με το πολεμικό ψευδώνυμο καπετάν Νικηφόρος, συμπολεμιστής του Άγρα στο Βάλτο, είχε ανταλλάξει πολλές επιστολές με τον τραυματισμένο Άγρα, ο οποίος ευρίσκετο πλέον στη Νάουσα, ενώ ο ίδιος εξακολουθούσε να αγωνίζεται στο Βάλτο των Γιαννιτσών. Σε επιστολή του που έστειλε στο Θεόδωρο Γρ. Κανελλόπουλο στις 22 Φεβρουαρίου 1958 του γράφει ότι σε δυο επιστολές που τού έστειλε ο Άγρας εκφράζει τον ενθουσιασμό του προς τον Καπετάν-Νικηφόρο γιατί ο τελευταίος του έγραψε ότι προσέβαλαν δύο βουλγαρίζοντα χωριά, τα χωριά Μπόζετς και Κουρφάλια. Είναι δυνατόν να ενθουσιάζουν τον Άγρα επιθέσεις κατά βουλγαριζόντων χωριών, ενώ την ίδια περίοδο ετοίμαζε συμφωνία με αυτούς; Ακόμη, ο Καπετάν Νικηφόρος έδωσε μια συνέντευξη στις 17 Φεβρουαρίου 1958 στο σπίτι του στο Μαρούσι, ως Ναύαρχος ε.α. πια, στον αείμνηστο προαναφερθέντα συγγραφέα του βιβλίου «Καπετάν Άγρας», τον Θεόδωρο Γρ. Κανελόπουλο. Στη συνέντευξη αυτή, ο καπετάν Νικηφόρος υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένοι κομιτατζήδες, με επικεφαλής τον Ζλατάν, που ήθελαν να συζητήσουν με τον Άγρα, ήσαν Έλληνες από τα γύρω χωριά που μιλούσαν αυτό το σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα, αλλά είχαν παρασυρθεί από τη Βουλγαρική - εξαρχική προπαγάνδα και είχαν αποστατήσει από τον Ελληνισμό. Αυτοί οι άνθρωποι, ήθελαν να σταματήσει ο αιματηρός αγώνας με τους Έλληνες, αφού έβλεπαν ότι οι Βούλγαροι τους είχαν ξεγελάσει.
Από τη μεριά του Άγρα, αυτό δεν ήταν περίεργο ούτε πρωτάκουστο. Ως τότε, και πριν από την παρουσία του Άγρα στην Μακεδονία, πλήθος παρασυρμένων απ' τη βουργαρική-εξαρχική προπαγάνδα σλαβοφώνων κατοίκων της Μακεδονίας είχε επιστρέψει στον εθνικό κορμό. Θα απαριθμήσουμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Κατ' αρχάς, ο θρυλικός καπετάν Κώττας ήταν μεταστραφείς Κομιτατζής. Άλλοι γνωστοί Μακεδονομάχοι που ήσαν μεταστραφέντες κομιτατζήδες ήσαν: ο καπετάν Γκόνος Γιώτας, ο Βαγγέλης Στρεμπενιώτης, ο Αντώνης Ζώης και ο Παντελής Παπαϊωάννου ή καπετάν Γραικός ή Νικοτσάρας, σλαβόφωνος από τη Στρώμνιτσα. Την άνοιξη του 1908 προσχώρησε στην Ελληνική Οργάνωση ο κομιτατζής αρχηγός Λάζος.
            Τέλος, σε μια περίπτωση, ολόκληρο ανταρτικό σώμα κομιτατζήδων προσχώρησε στην Ελληνική - Πατριαρχική πλευρά. Ήταν το σώμα του καπετάν Τσίτσου από τη Μπεσίστα και του Μπραγιάννη από το Ζίχοβο. Στις μεταστροφές πολλών πρώην εξαρχικών Βουλγαροφρόνων, όπως στην περίπτωση του κορυφαίου Μακεδονομάχου καπετάν Κώττα, σπουδαίο ρόλο έπαιξε ο μητροπολίτης Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης. Χαρακτηριστικό για τις πεποιθήσεις των σλαβοφώνων αυτών Μακεδονομάχων είναι ότι οι κομιτατζήδες τους ονόμαζαν Γραικομάνους, δηλαδή Μανιακούς Έλληνες.
            Θα ήθελα στο σημείο αυτό,  ν' αναφερθώ στην άποψη εκείνη που από πολλούς έχει λεχθεί ότι ο Άγρας θέλησε να συμμαχήσει με τους Βουλγάρους για να χτυπήσουν μαζί τους Τούρκους. Η όλη πορεία της παραμονής του Άγρα στο Βάλτο, δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Άγρας σε πολλές περιπτώσεις συμμάχησε με τους Τούρκους για να χτυπήσουν τους Βουλγάρους κομιτατζήδες. Ας εξιστορήσουμε μερικές.
            Ο καπετάν Άγρας είχε φιλία με τον πανίσχυρο Τούρκο της Καβάσιλας Νησίου, τον Χαλήλ μπέη. Ο Χαλήλ μπέης είχε τσιφλίκι δυτικά της λίμνης των Γιαννιτσών κοντά στη δημοσία οδό Βεροίας - Θεσσαλονίκης. Ο Χαλήλ μπέης ήταν υποστηρικτής του Ελληνικού αγώνα εναντίον των Βουλγάρων. Όταν ο Άγρας τραυματίστηκε, με τη βοήθεια του φίλου του Χαλήλ μπέη μετέβη στη Θεσσαλονίκη και μετά από λίγες ημέρες επέστρεψε στη Νάουσα μεταμφιεσμένος σε χωρικό, ξανά με τη δική του βοήθεια.
            Κοντά στη λίμνη των Γιαννιτσών ήταν και το τσιφλίκι του Ραχμή μπέη, Τούρκου από σημαίνουσα οικογένεια, ο οποίος βοήθησε τους Έλληνες. Στο τσιφλίκι αυτό έγινε η συγκρότηση του ανταρτικού σώματος του καπετάν Γεωργάκη από τον Κων. Μαζαράκη.
            Ο Άγρας ήταν τόσο συνδεδεμένος με τον Τούρκο τσιφλικά Χαλήλ μπέη, ώστε ο τελευταίος πολλές φορές τροφοδοτούσε τους πεινασμένους άνδρες του. Αλλά και με τον Τούρκο φρούραρχο της Βεροίας, Ασήμπεη, είχε συνεργασία ο καπετάν Άγρας. Είχε φθάσει στο σημείο να οργανώσει πολεμική επιχείρηση με τη χρήση τουρκικού πυροβολικού εναντίον των κομιτατζήδων της λίμνης. Τρεις χιλιάδες Τούρκοι είχαν πολιορκήσει τη λίμνη και έκαναν πρόταση να συνεργασθούν με τον Άγρα για την εξόντωση των Βουλγάρων.
            Το ερώτημα που τίθεται τώρα, είναι το εξής : Το προξενείο μας στη Θεσσαλονίκη που ήταν η προϊσταμένη του αρχή, γνώριζε τις κινήσεις του Άγρα στη Νάουσα;
            Στις 7 Ιουνίου 1997 έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη Συμπόσιο με θέμα: «Ο Μακεδονομάχος Καπετάν Άγρας (Τέλλος Αγαπηνός). 90 χρόνια από τη θυσία του απόστολου της Βαλκανικής συνεννόησης». Σ' αυτό έλαβε μέρος και ο αείμνηστος Γεώργιος Τουσίμης, Ιστορικός ερευνητής από την Έδεσσα.
            Στην ανακοίνωσή του, παρουσίασε στοιχεία από το Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, ο Άγρας μετά τον τραυματισμό του διετάχθη να πάει στη Νάουσα και να εγκατασταθεί εκεί. Στη διαταγή αυτή ο Άγρας απάντησε : «Ελάβομεν την επιστολή σας. Τα πάντα εγένοντο δεκτά». Στην αλληλογραφία του με το προξενείο χρησιμοποιεί συνθηματικές λέξεις για λόγους ασφαλείας. Επειδή καταλαβαίνει ότι δεν θα μπορεί να παρακολουθεί τα «μαθήματα του σχολείου», δηλαδή δεν θα μπορεί να λαμβάνει μέρος στις εξωτερικές επιχειρήσεις του σώματος, ζητά να τεθεί επικεφαλής 90 - 100 «μαθητών», δηλαδή οπλιτών, αν θέλουν αποτελέσματα. «Ειδεμή, γράφει προς το προξενείο, θα τρώγουμε, θα πίνουμε, και τίποτε δεν θα γίνει». Είναι αποφασισμένος να φέρει εις πέρας την αποστολή προσθέτοντας ότι: «Μια φορά που άρχισε η δουλειά, πρέπει να τελειώσει επί των ημερών μας».
            Σε άλλο σημείωμά του προς το προξενείο γράφει: «Σχεδόν πάντες θερμαίνονται. Προπαντός δε εγώ. Παλαιοί μαθηταί μου (εννοεί τους στρατιώτες του) σας βεβαιώ ότι είναι πραγματικοί ήρωες, καθ'όσον εργάζονται με την ψυχή στα δόντια, διότι η υγεία τους κλονίστηκε στη Γενεύη (εννοεί τη λίμνη των Γιαννιτσών). Όλοι είναι με ρευματισμούς, βασανίσθηκαν πολύ στη Γενεύη και τώρα ο Θεός κι εγώ ηξεύρω πώς τους συγκρατώ». Ζητά από το προξενείο να τον αντικαταστήσουν γιατί αισθάνεται ότι δεν μπορεί να προσφέρει στον αγώνα, αυτό που πρέπει : «Φροντίσατε δια την αντικατάστασιν εμού και των λοιπών συνοδών καθόσον τίποτα άλλο δεν είμεθα ικανοί, παρά να περιμένωμεν αποκλεισμένοι εντός των οικιών της Ναούσης».
            Είναι λοιπόν δυνατόν ο Άγρας από τη μια μεριά να κάνει συμφωνίες ειρήνης με τους κομιτατζήδες και από την άλλη να ζητάει επιτακτικά να αντικατασταθεί; Στην έκκλησή του αυτή για αντικατάστασή του, το Γενικό Προξενείο απαντά ότι λόγω της δυσκολίας συγκρότησης νέου σώματος που θα αντικαθιστούσε το δικό του, πρέπει να παραμείνει 1,5 με 2 μήνες ακόμη. Παρόλαυτά οργανώνει ολόκληρο το γεωγραφικό χώρο της δικαιοδοσίας του από το Ρουμλούκι και τον ορεινό χώρο των Βοδενών ως την αρχαία Καρατζόβα (Αριδαία). Για το τμήμα αυτό προορίζει τον Υπαξιωματικό Καραπάνο, τον οποίο ενισχύει με ένα μικρό βοηθητικό σώμα που κατάρτισε ο ίδιος μέσα στη Νάουσα. Ήταν «σώμα των Ιλλυριών» επειδή αποτελείτο αποκλειστικά από Αλβανούς Γκέκηδες. Το σχέδιό του ήταν να μετατρέψει την άμυνα που επικρατούσε επί του προκατόχου του σε επίθεση καθ' όλη την έκταση της δικαιοδοσίας του.
            Σε όλα τα σημειώματά του προς το Προξενείο που αναφέρει τη δράση του, απαντά κάθε φορά με τη δραματική επωδό: «Είναι αδύνατον να ακολουθήσω το σώμα μου εις οιανδήποτε εργασίαν και είναι πάλιν τελείως αδύνατον να αποχωρίζομαι αυτών και να κινούνται χωρίς να είμαι και εγώ μαζί». Και συμπληρώνει: «Θεώρησα καθήκον να ομολογήσω τα άνω, καθόσον δεν μου είναι δυνατόν να προσφέρω τι και μάλιστα εις σπουδαιότερον τμήμα». Δεν ζητάει την αντικατάστασή του από ανησυχία για την υγεία του, την ζητάει σκεπτόμενος το συμφέρον του Αγώνα. Αυτό φαίνεται στο παρακάτω σημείωμά του : «Μη φαντασθείτε ότι δι' άλλον λόγον ζητώ να φύγω. Ο μόνος λόγος είναι ότι είμαι ανίκανος να εργασθώ, κυρίως δια λόγους υγείας. Η επί πλέον παραμονή μου επιζήμια θα είναι παρά ωφέλιμος». Επειδή η "Θερμαΐδα", δηλαδή κρυπτογραφικά το Κέντρο Θεσσαλονίκης, δεν είναι σε θέση να τον αντικαταστήσει αμέσως, τον ερωτά μήπως κουράστηκε. «Έλαβα την επιστολή σου», απαντά ο Άγρας στον Εξαδάκτυλο, τον λοχαγό γραφέα του Προξενείου. «Δεν εκουράσθην. Δεν έχω την αντοχή και την απαιτούμενη δύναμιν δια να εργασθώ, όπως εγώ εννοώ». Παρά την επιδείνωση της υγείας του, εξακολουθεί να εργάζεται πυρετωδώς και να προετοιμάζει το σχέδιο δράσης για την Άνοιξη του 1907, ώστε να το βρει έτοιμο και να το εφαρμόσει ο διάδοχός του. Θεωρεί επιτακτική ανάγκη τη γρήγορη έλευση του διαδόχου του για να τον εισαγάγει ο ίδιος στη μέθοδο εργασίας του και  όπως γράφει : «Να υπάρχει μεθοδική συνέχεια της εργασίας και στρατηγικής και να μην αρχίζει ο κάθε αρχηγός από το Άλφα». Λίγες ημέρες πριν το μαρτύριό του, αναφέρει : «Έχετε πεποίθηση εις εμέ. Εάν δεν ηδυνήθην τίποτα ηρωϊκόν ή άλλο τι να κατορθώσω, ένεκα ελλείψεως ιδικής μου ή των μέσων τα οποία διέθετα, έχω το θάρρος να είπω ότι ηδυνήθην να αντιληφθώ την μέθοδον της εργασίας εν τη λίμνη και να δύναμαι σήμερον να εισαγάγω τελείως τον νέον καθηγητή (αρχηγό)». Αφού κατάρτισε και το νέο σχέδιο δράσης για την άνοιξη του 1907 δεν απέμενε παρά η έλευση του διαδόχου του για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού.
            Για το συμφέρον και μόνο της εθνικής εργασίας ο ίδιος ο Άγρας επείγεται να φύγει, επειδή το κόκαλο του δεξιού μεσαίου δακτύλου του είχε σοβαρότατη φλεγμονή, άρχισε τις αποξέσεις και υπέφερε πολύ.

            Η στρατιωτική του τιμή δεν του επιτρέπει να παραμένει εφησυχάζων μέσα στη Νάουσα σε εποχή εργασίας : «Δι'αυτό εντρέπομαι», ομολογεί σε μια επιστολή του, «και το θεωρώ προσβολήν». Και πιο κάτω συμπληρώνει : «Και αν η υπηρεσία νομίσει ότι υπηρέτησα τιμίως και ευόρκως μέχρι της σήμερον και αν θέλει, είμαι πρόθυμος και πάλιν, μετά την ίασίν μου, να τεθώ υπό τας διαταγάς της».

            Στη Νάουσα που παρέμεινε νοσηλευόμενος διαπίστωσε ότι οι κομιτατζήδες των γύρω χωριών είχαν επιβάλλει έναν οικονομικό αποκλεισμό στην πόλη. Απαγόρευαν στους χωρικούς να πηγαίνουν στο παζάρι της Νάουσας, καθώς και για οικονομικές συναλλαγές, επί ποινή θανάτου. Αυτό το έκανε το Βουλγαρικό κομιτάτο για να μην επηρεάζονται οι χωρικοί από τους Έλληνες προκρίτους από τους οποίους λόγω της δημοσιονομικής και κοινωνικής δομής είχαν κάποια εξάρτηση. Έτσι οι έμποροι και οι βιομήχανοι της Νάουσας υπέφεραν και αναγκάζονταν να βρουν έναν τρόπο διευθέτησης του προβλήματος. Αυτό το κλίμα επικρατούσε στη Νάουσα και πιο πριν, από την εποχή του προηγούμενου αρχηγού, του καπετάν Ακρίτα. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του Ακρίτα, μερικοί πρόκριτοι Ναουσαίοι προσπαθούσαν να τα βρουν με τους κομιτατζήδες. Γι'αυτό ο Άγρας μιλάει χλευαστικά για τους προκρίτους αυτούς, τους οποίους στην κρυπτογραφική αλληλογραφία του με το Προξενείο αποκαλεί «λεοντόκαρδους». Ο Άγρας θέλησε να συναντήσει κάποιους από τους Βουλγαρόφρονες, γιατί και οι ίδιοι ήθελαν να επιστρέψουν στον Ελληνισμό. Σε ένα πρώτο σημείωμά του προς το κέντρο Θεσσαλονίκης με ημερομηνία 15 Μαρτίου 1907 αναφέρεται ένας πρώτος υπαινιγμός για μια συνάντηση : «Κατόρθωσα να φέρω ενταύθα κεφαλάς «Βρομερών» (εννοεί Βουλγάρων), οι οποίοι είχαν δύο έτη να έλθωσιν. Πιστεύω αν δεν συμβεί τίποτε το έκτακτον, κάτι θα επιτύχω. Πάντως, έχουν μετανιώσει βλέποντας το άδικο και το μάταιον του αγώνος ον διεξάγουν».
            Ακόμη πιο ευδιάκριτος είναι ο υπαινιγμός : «Δεν κοιμούμαι διόλου την νύχτα, καθόσον μόνον την νύχτα έρχονται «Βρομεροί» και ομιλούμε. Τους βλέπω όλους έχοντας όρεξιν ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩΣΙΝ... Ίδωμεν».
            Όπως βλέπουμε και από αυτό το σημείωμα φαίνεται καθαρά ότι οι συζητήσεις του Άγρα με τους Βουλγάρους ήταν για να επανέλθουν στον Ελληνισμό και όχι για να κάνουν κάποια συμφωνία.
 4.  Η θυσία του
           Οι επαφές και οι συνεννοήσεις προχώρησαν όπως φαίνεται με επιτυχία. Δέκα ημέρες προ της εξόδου του από τη Νάουσα, γράφει : «Κυοφορώ κάτι σπουδαίο. Πιθανόν όμως να είναι και ανεμογκαστριά». Οι υπαινιγμοί του Άγρα είναι ευκολονόητοι. Όμως, γεννάται το ερώτημα, γιατί το Προξενείο παρέβλεψε και δεν έδωσε προσοχή; Γιατί σε καμία επιστολή δε ζητάει διευκρινίσεις ή έστω γιατί δεν δίνει οδηγίες και συμβουλές; Και ενώ στις 24 Μαΐου 1907, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Άγρας πληροφορεί το Προξενείο Θεσσαλονίκης για την αισία έκβαση τού εγχειρήματός του, ξαφνικά, στις 6 Ιουνίου του 1907, ο πρόξενός μας στη Θεσσαλονίκη Λ. Κορομηλάς αποστέλλει στην Αθήνα, στο Υπουργείο Εξωτερικών, το παρακάτω τηλεγράφημα :

«Εξωτερικόν - Απόρρητον :
Αρχηγός Άγρας Αγαπηνός επινοήσας έλθει συνεννόησιν προς Βουλγάρους οπλαρχηγούς χωρίς να ζητήσει ημετέραν άδειαν, χωρίς να ανακοινώσει πράγμα εις κανέναν εκ Ναούσης, εξήλθεν Κυριακή πρωί άοπλος μηδένα τωνοπλιτών παραλαβών, συνοδευόμενος υπό τεσσάρων κοινών Ναουσαίων και ενός Βουλγάρου, προς συνάντησιν Βουλγάρων. Τρεις ώρας δυτικώς Ναούσης παρά θέσιν Γαβράν Κάμιν, συνήντησε πρώτον απόσπασμα βλαχοποιμενικόν, είτα σώμα Βουλγάρων Ζλατάνη καί Γκεόργκι Κασάπτσε. Ούτοι επί δύο ώρες υπεκρίθησαν αισθήματα φιλίας μέχρις ου επείσθησαν ότι αρχηγός ουδέν είχε λάβει προφυλακτικόν μέτρον. Είτα συνέλαβον αυτόν και ένα, τον πιστότερον κατά κρίσιν των σύντροφον και απήγαγον. Τους άλλους απέλυσαν. Ολίγας ελπίδας έχω διασώσεως, παρ' όλα αμέσως ληφθέντα μέτρα.
Κορομηλάς.».
            Η φράση του τηλεγραφήματος «επινοήσας έλθει συνεννόησιν προς Βουλγάρους», ασφαλώς υπονοεί ότι την ενέργεια αυτή επινόησε καθ' ολοκληρίαν ο Άγρας. Από τα στοιχεία όμως που αναφέρθηκαν παραπάνω προκύπτει ότι το Προξενείο γνώριζε ότι κάτι κυοφορείται. Πλην όμως, όπως αναφέρθηκε, δεν έδωσε προσοχή κι έτσι άφησε τον Άγρα να τραβήξει προς το δρόμο του μαρτυρίου του. Δύο ημέρες μετά το πρώτο τηλεγράφημα του Κορομηλά, το Υπουργείο έλαβε το παρακάτω τηλεγράφημα :

«10 Ιουνίου 1907.
Άγρας και εις οδηγός του εφονεύθησαν Πέμπτην υπό Βουλγάρων. Λεπτομερείας ταχυδρομικώς εν σημερινώ ημερολόγισ Κορομηλά.»
            Το ημερολόγιο ανέφερε: «Την Παρασκευήν πρωί, χωρικοί εκ Τεχόβου ερχόμενοι εις Βοδενά μετά τινός χωροφύλακος, ευρον εις διασταυρώσεις οδών αγουσών εις Σαρακίνοβο - Τέχοβο - Βουλκογιάνοβο και επί δένδρου καρυδίας κρεμάμενα δύο πτώματα. Ειδοποιήθη ο Καϊμακάμης Βοδενών (Εδέσσης) όστις μετέβη επί τόπου και η ταυτότης τού Τώνη Μίγγα ανεγνωρίσθη υπό γνωριζόντων αυτόν χωρικών. Επί των πτωμάτων υπήρχεν επιγραφή εις Βουλγαρικήν. Εις μεν τον Άγραν :  «Εκ Ναυπλίου γενικός αρχηγός σώματος Ναούσης συνεργαζόμενος με Τούρκους και Γκέκηδες, κατά το 85ον  άρθρον του Κανονισμού τού Κομιτάτου ετιμωρήθη».  Επί δε του Μίγγα :   «Άντώνιος  Μίγγας, Ναουσαίος». Ο καϊμακάμης και ο Γιούσμπασης ήθελαν να ταφώσιν εν Τεχόβω, τη παρακλήσει όμως προσδραμόντων χωρικών εκ Βλαδόβου και μεσολαβήσει του παρισταμένου χριστιανού αστυνόμου Άλέκου, επετράπη  η  μεταφορά αυτών εις Βλάδοβον όπου και ετάφησαν, ψαλείσης της νεκρωσίμου ακολουθίας και παρισταμένων όλων τών ορθοδόξων κατοίκων. Οι νεκροί εφωτογραφήθησαν. Δεν έφερον άλλας πληγάς πλήν των εκ του σχοινίου εις τον λαιμόν και εις τας χείρας. Κατά πληροφορίας των εν Βοδενοίς, ο Άγρας από ημέρας της συλλήψεώς του δεν ηθέλησεν να φάγη τίποτε.
Κορομηλάς.»
             
            Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ στην περίφημη φωτογραφία του Καπετάν Άγρα και του Αντώνη Μίγγα μέσα στα φέρετρα. Για τη φωτογραφία αυτή ο αείμνηστος συγγραφέας του βιβλίου «Καπετάν Άγρας. Τέλλος Αγαπηνός Εθνομάρτυς» αναφέρει (σελ. 103) ότι έχει χαθεί. Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης και Ιστοριοδίφης των Γαργαλιάνων Σωτ. Λυριτζής είχε στην κατοχή του την περίφημη αυτή φωτογραφία. Του την είχε παραχωρήσει η Ολυμπία Αγαπηνού, κόρη του μεγαλύτερου αδελφού του Άγρα, του Αντώνη. Τη φωτογραφία αυτή την έδωσε για δημοσίευση ο Σωτήρης Λυριτζής, στο ιστορικοφιλολογικό περιοδικό «Ιθώμη» της Καλαμάτας (Σεπτ-Δεκ 1977, τχ. 19) με αφορμή τη δημοσίευση της εργασίας του με τίτλο «Το μοιρολόι του Ζαχαρίου Παπαντωνίου για το θάνατό του» (ενν. τον Καπετάν Άγρα). Η φωτογραφία αυτή σώζεται πλέον στο αρχείο του και ο υιός του αειμνήστου Γυμνασιάρχου, ο κύριος Φοίβος Λυριτζής, μας την παρεχώρησε ευγενώς και δημοσιεύθηκε στη σελίδα 176 της β΄ εκδόσεως του προαναφερθέντος βιβλίου τού Θ. Γρ. Κανελόπουλου.

Αριστερά ο Άγρας και δεξιά ο Μίγγας

Στο σημείο αυτό θέλω να κάνω γνωστό ποιος ήταν ο φωτογράφος που έβγαλε τη φωτογραφία αυτή των δύο ηρώων. Πρόκειται για τον Βασίλη Χαρ. Πηδώνια, από το Μοναστήρι της Μακεδονίας (πρόκειται για τη Βίτολα που ευρίσκεται στα Σκόπια). Ο Βασίλη, Σκόδρα και Γιαννιτσά. Ο Βασίλης εργαζόταν κυρίως στην Έδεσσα. Μαζί με τον αδελφό του Τηλέμαχο, εγκαταστάθηκαν στην Έδεσσα το 1904 και εξάσκησαν το επάγγελμα του φωτογράφου. Άνοιξαν φωτογραφείο στη συνοικία Βαρόσι. Ο Τηλέμαχος εργαζόταν και στις γειτονικές πόλεις Φλώρινα και Αριδαία. Είναι γνωστό ότι υπηρέτησε ένθερμα τον Μακεδονικό Αγώνα.
Θεωρώ επίσης απαραίτητο να αναφερθώ με δύο λόγια στη φωτογραφία που κυκλοφόρησε και σε καρτ ποστάλ και δείχνει τον Άγρα όρθιο με το μάνλιχερ παρά πόδα και γύρω του 11 οπαδούς του. Η φωτογραφία έχει βγει μετά τις 14 Νοεμβρίου 1906, ημέρα της μάχης του Ζερβοχωρίου, όπου ο Άγρας έχασε την ονυχοφόρο φάλαγγα του δεξιού μεσαίου δακτύλου του και γι' αυτό φοράει στο χέρι του αυτό γάντι.
 Ο 3ος από αριστερό στη φωτογραφία είναι ο υπαρχηγός του Γεώργιος Τυλιγάδης. O 6ος από αριστερά είναι ο ταμίας-διαχειριστής Ιωάννης Υψηλάντης. Αν προσέξει κανείς καλύτερα θα δει ότι στα πόδια του Άγρα βρίσκεται οκλαδόν ένα μικρό παιδί με τυφέκιο και στολή Μακεδονομάχου. Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο (Ντιντίνη), γιο του Ναουσαίου γιατρού σπουδασμένου στη Βιέννη Μανωλούση. Στη φωτογραφία ο Κωνσταντίνος είναι ηλικίας 14 ετών. Έμεινε πολύ μικρός ορφανός από και από τους δυο γονείς του και πήγε μόνος του και εντάχθηκε στο σώμα του Άγρα. Είχε τρεις αδελφές μεγαλύτερες από αυτόν. Συγκεκριμένα, ο πατέρας τους πέθανε το 1893 μετά από βασανιστήρια που τον υπέβαλαν οι Τούρκοι επειδή βοηθούσε Έλληνες αντάρτες. Μετά από λίγο καιρό πέθανε και η μητέρα τους.
Τα λείψανα του Καπετάν Άγρα και Τώνη Μίγγα σαβανώθηκαν από τη Μαρία Πάσχου, τη Μαρία Τζόλα και τη Μαρία Μπακιρτζή οι οποίες ήσαν κάτοικοι του χωριού Βλάδοβο (Άγρας). Την Εξόδιο Ακολουθία  την έψαλε ο παπα-Χρίστος, ο εφημέριος του χωριού Βλάδοβο, με ψάλτη το δάσκαλο του χωριού Κωνσταντίνο Πάσχο. Οι δυο ήρωες ετάφησαν την παραμονή της Πεντηκοστής, το Ψυχοσάββατο 9 Ιουνίου 1907, στη νότια πλευρά του περιβόλου της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου όπου βρισκόταν και το κοιμητήριο του χωριού.
  Το άγαλμα του Άγρα, στο πάρκο των Γαργαλιάνων Μεσσηνίας

Στις 18 Οκτωβρίου 1961 έγινε μετακομιδή των οστών των δύο μακεδονομάχων στον τόπο θυσίας των, όπου κατασκευάστηκε ναΰδριο και τοποθετήθηκαν σε ειδική κρύπτη εντός του ναϋδρίου αυτού. Οι τάφοι των, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου διατηρούνται, αλλά είναι πλέον κενοτάφια.
Έτσι, τα οστά του Γαργαλιανιώτη Καπετάν Άγρα αναπαύονται στη Μακεδονική Γη μαζί με τα οστά του ντόπιου συναγωνιστή του Αντώνη Μίγγα. Και αυτό, για να δείχνουν στον αιώνα οι εθνομάρτυρες αυτοί ότι είχαν σαφή αντίληψη της ενότητας ολοκλήρου του Ελληνισμού και ότι είχαν χρέος να τρέχουν στο προσκλητήριο της πατρίδας και να χύνουν το αίμα τους για τη σωτηρία κάθε σπιθαμής ελληνικής γης όσο μακριά και αν βρισκόταν αυτή από τον τόπο καταγωγής τους.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1)     Θεοδώρου Γρ. Κανελοπούλου:  ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ. Τέλλος Αγαπηνός, Εθνομάρτυς (1889 - 1907), Έκδοσις Β΄, Αθήνα 2003

2)     Σωτήριος Θ. Λυριτζής:  Γαργαλιάνοι - Ο τόπος και η Ιστορία του. Μελετήματα.  Επιμέλεια-Πρόλογος-Σχόλια:  Σαράντος Ι. Καργάκος, Δήμος Γαργαλιάνων, 2000

3)     Douglas Dakin:  Μακεδονικός Αγώνας,  Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1985

4)     Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών,  Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου:  Νο 39: Παναγιώτη Παπατζανέα:  Ο Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Θεσσαλονίκη 1960

5)     Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη,  Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1998

6)     Ι. Κ. Μαζαράκης Αινιάν:  Ο Μακεδονικός Αγώνας, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1981

7)     Ιωάννης Υψηλάντης:  Ο Μακεδονικός Αγών. Η ιστορική και αυθεντική αλήθεια περί του δραματικού τέλους του Καπετάν Άγρα και του Αντ. Μίγγα, Θεσσαλονίκη 1961

8)     Βασίλης Κ. Γούναρης:  Ο Μακεδονικός Αγώνας μέσα από τις φωτογραφίες του (1904 - 1908), Εκδόσεις Έφεσος

9)     Αγγέλου Κ. Ανεστοπούλου:  Ο Μακεδονικός Αγών 1903 - 1908, Τόμος Γ΄ ,  Θεσσαλονίκη 1976

10)            Αθηνά Τζινίκου - Κακούλη:  Μακεδονικός Αγώνας, Τεύχος 1ο , Θεσσαλονίκης 2004

11)            Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα: Νο 14 Η τελευταία φάση της ένοπλης αναμέτρησης στη Μακεδονία (1907 - 1908), Επιμέλεια-Σχολιασμός:  Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη, Πελαγία Γ. Κολτούκη, Ιακ. Δ. Μιχαηλίδης, Φωτεινή Ι. Τολούδη, Θεσσαλονίκη 1998

12)            Διονυσίου Ι. Βογόπουλου:  Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον, Αθήναι 1954, Άρθρον Σωτ. Λυριτζή:  Ο Αητός του Βάλτου Σαράντης Αγαπηνός

13)            Μεγάλη Πελοποννησιακή Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 1ος, Άρθρα Σωτ. Λυριτζή:  «Αγαπηνός» και «Αγαπηνών Πύργος»

14)            Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς:  Ιστορικό διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδος 1833 - 1912, Υπουργείο Εσωτερικών, Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Αργολίδος, Αθήνα 1999

15)            Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, Τόμοι 1964 και 1965

16)            Μεσσηνιακά Χρονικά: Ετήσια Έκδοση, Τόμος Πρώτος 1999,  Αφιέρωμα στο Μακεδονομάχο Τέλλο Άγρα, Επιμέλεια:  Δημ. Κωστόπουλου - Γεωργίου Τουσίμη - Χρήστου Κ. Ρέππα

17)            ΙΘΩΜΗ: Περιοδική Έκδοση Συλλόγου προς διάδοσιν των Γραμμάτων  - Καλαμάτα,  τεύχος 19, Σεπτ - Δεκ 1977, σ. 35/709,  Το μοιρολόγι του Ζαχαρίου Παπαντωνίου διά τον θάνατόν του

18)            ΙΘΩΜΗ: ε.α. τεύχος 50:  σ. 41, Αθαν. Ι. Τερζάκη:  Μία διαφορετική προσέγγιση της Καταγωγής και των «Συμφιλιωτικών σχεδίων» του Καπετάν Άγρα

19)            ΙΘΩΜΗ:  ε. α., τεύχος 51:  σ. 29, Βούλας Λαμπροπούλου:  Απάντηση στον Γαργαλιανιώτη Α. Ι. Τερζάκη για την Καταγωγή του Καπετάν Άγρα

20)            ΙΘΩΜΗ:  ε. α., τεύχος 52:  σ. 94, Και πάλιν περί της Καταγωγής του Καπετάν Άγρα.: Επιστολές Δημητρίου Κ. Καρδαρά και Κων/νου Θ. Κανελλοπούλου

21)            ΙΘΩΜΗ:  ε. α., τεύχος 53 - 54: σ. 96, Αθαν. Ι. Τερζάκη:  Ένας ακόμη Μεσσήνιος Μακεδονομάχος

22)            ΙΣΤΟΡΙΚΑ:  Περιοδικό Εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ:  Νάουσα. Ηρωική πόλη,  20 Απρ. 2004

23)            ΙΣΤΟΡΙΑ:  Περιοδικό των Εκδόσεων «Πάπυρος», τεύχος 173, σ. 124:  Δύο σημαντικοί αγωνιστές (Διονύσιος Αγαπηνός - Ιωάννης Αμβροσιάδης)

24)            Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ:  Σωτ. Θ. Λυριτζή:  Οι πρόγονοι του Καπετάν Άγρα, Φύλλα  26, 27, 28 30, 31 Ιανουαρίου 1989

25)            Εφημερίδα «Εδεσσαίος», Ιούνιος 2007, αριθ. φύλλου 78

26)            Προσωπικό Αρχείο του Γαργαλιανιώτη Γυμνασιάρχη Σωτ. Θ. Λυριτζή (1905-1998).

Δεν υπάρχουν σχόλια: