Φίλε επισκέπτη του ιστολογίου μου, καλώς ήρθες!
Είχα ένα ιστολόγιο από τον Ιούνιο 2007 στο pathfinder με διεύθυνση ανάρτηση http://math-telos-agras.pblogs.gr/. Το pathfinder δεν ήταν μια παγκόσμια υπηρεσία φιλοξενίας ιστολογίων, όπως το blogspot, αλλά προερχόταν από την Ελλάδα και αυτό ήταν που με έκανε να συντηρώ εκεί το ιστολόγιό μου.
Από τις 10 Απριλίου 2018, η φιλοξενία ιστολογίων στο
pathfinder σταμάτησε κι έτσι –διαδικτυακός πρόσφυγας πια- αναγκάστηκα να αναζητήσω τη «στέγασή» μου στο blogspot, όπου είχα φτιάξει τον Φεβρουάριο 2008 ένα δοκιμαστικό ιστολόγιο που κρατούσα εν υπνώσει. Το ιστολόγιο στο οποίο αναφέρομαι βρίσκεται εδώ: https://agras1907.blogspot.gr/
Φιλοδοξώ σ' αυτές τις σελίδες να αναδημοσιεύσω προβληματισμούς και απόψεις που με βρίσκουν σύμφωνο ή έχω να διατυπώσω ενστάσεις. Δεσμεύομαι βεβαίως, να αναφέρω ΠΑΝΤΑ την πηγή. Βεβαίως, δεν θα λείπουν και αναρτήσεις με τις απόψεις, τις ιδέες και τους προβληματισμούς μου.

«Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του». (Σύνταγμα Άρ. 14 παρ. 1)

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης - Κωστής Παλαμάς




    Η 21η Μαρτίου έχει καθιερωθεί διεθνώς ως η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Με αφορμή αυτό το γεγονός, αξίζει να θυμηθούμε μερικά από τα ωραιότερα ποιήματα του Κωστή Παλαμά.



Κωστής Παλαμάς (1859 - 1943). Για περισσότερα, πατήστε εδώ.

Τὰ μεγάλα ἐθνικά ἰδανικά, ὅταν ἀνθίζουν καὶ ζοῦνε στὸ
σπίτι τοῦ καθενός, ὁ ποιητὴς τοὺς χτίζει παλάτια. Τὰ
μεγάλα ἐθνικὰ ἰδανικὰ ὅταν ξεπέφτουν, καὶ ὁ καθένας
τὰ διώχνει ἀπὸ τὸ σπίτι του, ὁ ποιητὴς τὰ παίρνει στὸ
καλύβι του καὶ ἄσυλο τοὺς δίνει.
          «Ὁ Δωδεκάλογος τοῦ Γύφτου» (Πρόλογος 1907). 
 
 
Η λειτουργία δεν τελείωσε  
 Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,
ἀκοῦστε με κ' ἐμένα:
Μᾶς ηὗραν χρόνια δίσεχτα,
στερνά, καταραμένα.
Ἔργα δὲν ἔχω, τίποτε
ποὺ ἀξίζει νὰ σᾶς φέρω·
κρύος, ἄπραγος δὲν ξέρω
παρὰ νὰ τραγουδῶ.

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,
κ' ἐσεῖς, οἱ φυτρωμένοι
στὴ γῆ ποὺ ἀρήμαχτη ἔμεινε,
κ' ἐσεῖς, ξερριζωμένοι,
– χώματα, ὀϊμέ! αἱματόπνιχτα
τῆς Θράκης, τῆς Ἰωνίας! –
ρημάδια τῆς μανίας
καὶ τῆς καταστροφῆς.

Ἄντρες κ' ἐσεῖς τῆς Ρούμελης
καὶ τοῦ Μωριᾶ βλαστάρια,
χοροὶ τοῦ Αἰγαίου, τῆς Ἤπειρος
βουνὰ καὶ παλληκάρια,
κ' ἐσεῖς, παρθένες Ἰόνιες,
πάντα καὶ ἡρώϊσσα Κρήτη,
καὶ ὦ Ρήγισσα Ἀφροδίτη,
πού εἰσαι τῆς Κύπρος πνοή.

Κ' ἐσύ, Μακεδονίτισσα,
θεία ματιασμένη χώρα,
καὶ ἡ Ρόδος, Δωδεκάνησα
χρυσὰ καὶ μέσ' στὴ μπόρα,
καὶ ὅπου ναοί, κάμποι, μάρμαρα,
δάφνες ξερές, νέα κρίνα,
τὸ Μισολόγγι! Ἀθήνα,
ποὺ πάντα ζοῦν οἱ θεοί!

Κ' ἐσύ, γῆ, ποὺ ηὗραν Ὅμηροι
σ' ἐσὲ τὸν Ἀχιλλέα,
καὶ ποὺ τὸ Ρήγα γέννησες
μὲ τὴ μεγάλη ἰδέα,
χαίρετε, δρόμοι, ἐρείπια,
ρουμάνια, περιβόλια,
ποτάμια, ἀραξοβόλια,
ριζώματα, κορφές.

Πατρίδα! Ἑλλάδες, παίρνετε
νόημ' ἀπὸ μιὰ καὶ μόνη
λέξη, καὶ αὐτὴ τὸ χαῖρε μου
τὸ ἐκστατικὸ πυρώνει.
Στὴ λέξη, ποὺ σὰν ἄγαλμα
βωμοῦ φαντάζει, φέρνω
τὸν ὕμνο, βάγια σπέρνω.
Π α τ ρ ί δ α! Εἶν' ὅλα ἐκεῖ.

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,
ρυθμὸς οὐρανοδρόμος
ἥλιος ἀπαραστράτιστος
γιὰ τὰ Ἔθνη κάποιος Νόμος
θὰ ὑπάρχῃ. Καὶ καλότυχος
γύρω ὁ λαὸς πλανήτης
τοῦ Νόμου ποὺ μαγνήτης
ὑπάκουο τὸν κρατᾶ.

Δὲν ἀπομένει ἀσάλευτο
τίποτε, δὲ γεννιέται,
ποὺ νὰ μὴ ρεύῃ, τίποτε
καὶ ποὺ νὰ μὴ χαλιέται.
Μὰ πῶς ἀπὸ τὸ χάλασμα
πετιέται ξεδιψάστρα
πηγή! Πῶς ξαναπλάστρα
εἶναι κ' ἡ ὀργή, ἡ πληγή!

Πὼς εἶναι μιὰ ἡ πατρίδα μας
κ' εἶναι παντοῦ ὅπου πᾶμε,
καὶ ὅπου σταθοῦμε, μέσα μας
πατρίδα μία γρικᾶμε,
μία μὲ λογῆς ὀνόματα,
πρόσωπα, προσωπίδες.
Δὲ ζῆ χωρὶς πατρίδες
ἡ ἀνθρώπινη ψυχή.

Πλάστης τοῦ κόσμου ὁ Πόλεμος,
ὅραμα ἡ εὐτυχία.
Μὲ τὰ στοιχιὰ πᾶς, πάλεμα
σὲ τρώει μὲ τὰ στοιχεῖα,
Πατρίδα! Ὀρθή! Μὴ λυώνεσαι,
σὰ δέησης ἁγιοκέρι!
Μὲ τὸ δαυλὶ στὸ χέρι
σὲ σφιχτοζώνει ἐχθρός.

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,
καὶ μέσα στὴν κοιλάδα
τοῦ δάκρυου ἐδῶ, κι ἀντρειεύοντας
ἀπὸ μιὰ πίστη, Ἑ λ λ α δ ἀ!
κράχτε, στὸ νοῦ ριζῶστε τη
μὲ τὸ Σταυρό, μὲ δόρυ,
Σοφία, Μητέρα, Κόρη,
Παντάνασσα, Ἀθηνᾶ.

Καὶ ὦ Βασιλεῖες γερόντισσες
ἄγριες Δημοκρατίες,
κάστρα, φυτειὲς κ' ἐλεύτερων
καὶ σκλάβων, Πολιτεῖες
καὶ ἀπ' ὅποια ἀπάνου ὀνόματα,
καὶ ἀπ' ὅποιο ἀπάνου ἀγώνα,
μιὰ ὑψῶστε, μιὰ κορώνα
καὶ βλέπετε ἴσα ἐκεῖ.

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,
ὅ,τι εἶστε, μὴν ξεχνᾶτε,
δὲν εἶστε ἀπὸ τὰ χέρια σας
μονάχα, ὄχι. Χρωστᾶτε
καὶ σὲ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν,
θὰ 'ρθοῦνε, θὰ περάσουν.
Κριτές, θὰ μᾶς δικάσουν
οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί.

Κόκκαλα πάτρια μέσα μας
θαφτά, ἱερά, μαζί μας
καὶ ὅπου σεισμοὶ μᾶς τίναξαν
οἱ ἐφέστιοι πάντα θεοί μας.
Πολίτες ἄς τὴ χτίσουμε
καὶ ὁπλίτες ἐδῶ καὶ ὅλοι
τοῦ ὀνείρου ἐδῶ τὴν Πόλη
μὲ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά.

Ἡ λειτουργία δὲν τέλειωσε
κομμένη· γιὰ τὸ τέρμα
κι ἄν ξαναρχίσῃ, ἀτέλειωτη
ξανά θὰ βρῇ τὸ γέρμα,
γιὰ νὰ προσμένουμε ἄγρυπνοι
στὴ νύχτα νὰ προβάλῃ
τοῦ ὄρθρου τὸ γέλιο πάλι
ποὺ προμηνάει τὸ φῶς. 

Τὰ σκολειὰ χτίστε

… Λιτὰ χτίστε τα, ἁπλόχωρα,
μεγάλα, γερὰ θεμελιωμένα,
ἀπὸ τῆς χώρας, ἀκάθαρτης,
πολύβοης, ἀρρωστιάρας, μακριά.
Μακριὰ τ᾿ ἀνήλιαγα σοκάκια,
τὰ σκολειὰ χτίστε.


Καὶ τὰ πορτοπαράθυρα τῶν τοίχων
περίσσια ἀνοῖχτε, νά ᾿ρχεται ὁ κὺρ Ἥλιος,
διαφεντευτής, νὰ χύνεται,
νὰ φεύγει, ὀνειρεμένο πίσω του
ἀργοσέρνοντας τὸ φεγγάρι.


Γιομίζοντάς τα νὰ τὰ ζωντανεύουν
μαϊστράλια καὶ βοριάδες καὶ μελτέμια
μὲ τοὺς κελαηδισμοὺς καὶ μὲ τοὺς μόσκους,
κι ὁ δάσκαλος, ποιητὴς
καὶ τὰ βιβλία νὰ εἶναι σὰν τὰ κρίνα…

Οι λύκοι
Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.

(Απ’ της μαυρίλας της αραχνίλας την αποθήκη
σε σκονισμένα γυαλιά κλεισμένο, παλιό κρασί,
των εκατό σου χρονών ανοίγω το αρχοντιλίκι
στου ήλιου το φέγγος, τι σε προσμένουν οι δυνατοί

ξανά σαν πάντα και για τη μάχη και για τη νίκη
να τους φτερώσεις το πάτημα τους όπου πατεί.
Σ’ εμέ -κελλάρης λυράρης είμαι,- σ’ εμένα ανήκει
να το κεράσω στα νέα ποτήρια το αρχαίο πιοτί).

Βοσκοί και σκύλοι, λώβα και ψώρα. Τα’ αρνιά; Μουζίκοι.
Ό λαός; Όνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ’ ή οργή,
Δίκη από πάνω θεία των αστόχαστων καταδίκη
και λογαριάζει και ξεπλερώνει όσο αν αργεί.

Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, αρματολίκι,
τα ξεγραμμένα και τα τριμμένα ψέματα, αχνοί,
Ιδέα βυζάχτρα των τετρακόσιων χρόνων, η φρίκη
τώρα, το μάθημα των Ελλήνων ως χτες, εσύ

του ραγιά μάνα βιβλικό, πλάσμα ορφικό, Ευρυδίκη,
του πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή,
μας τον καθρέφτιζες μέσ’ στης Πόλης τό βασιλίκι
τον ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητή

του Ισλάμ. Ή Θράκη προικιό του, ώ δόξα! Και απανωπροίκι
μια Ελλάδα πάλε στην τουρκεμένην Ανατολή,
της Ιωνίας γλυκοξημέρωμα.... Οι λύκοι! Οι λύκοι!
κ’ οι βοσκοί ανάξιοι, λύκοι και οι σκύλοι κι οι αντρείοι δειλοί.

Στης Πολιτείας τη μάντρα οι λύκοι! Παντού είναι λύκοι!
Ξανά στα Τάρταρα Ίσκιος, του ψάλτη λατρεία κ’ εσύ.
Ψόφια όλη ή στάνη. Φέρτε να πιούμε, κούφιο νταηλίκι,
για το αποκάρωμα που μας πρέπει, κι όποιο κρασί.




Ὁ γκρεμιστής

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!

Δεν υπάρχουν σχόλια: